21 Ιουλίου 2017

Η λέξη του μήνα (38.2): η "τροφή" του Γιώργου Καλιεντζίδη

Η λέξη του μήνα

ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ -μ-

Απόδοση Νίκος Καζαντζάκης και Ιωάννης Καρκιδής

[Ο Οδυσσέας βρίσκεται στο νησί των Φαιάκων και μιλά στο βασιλιά Αλκίνοο, τη βασίλισσα Αρήτη και την ακολουθία τους για το τι συνέβη με τα βόδια του Ήλιου.]

[...]και τα κρέατα ολόγυρα στις σούβλες μουκανιόνταν, 395
ψημένα κι άψητα, κι ακούγονταν βοδιών φωνές τρογύρα.
Έξι μερόνυχτα ξεφάντωναν οι γκαρδιακοί σύντροφοι
του Γήλιου τις γελάδες τρώγοντας τις πιο παχιές που έπιασαν
μα στις εφτά, τη νέα σαν έφερε του Κρόνου ο γιος ήμερα,

πια πήρε ο αγέρας και μαλάκωσε την άγρια μάνητα του. 400
Μπήκαμε αμέσως κι ανοιχτήκαμε στα πελαγίσια πλάτη
με το κατάρτι ορθό και πάνω του τ᾿ άσπρα πανιά απλωμένα.
Μα ως το νησί πια πίσω αφήκαμε κι ουδέ φαινόταν άλλη
στεριά τρογύρα, μόνο η θάλασσα τον ουρανό να σμίγει,

στύλωσε πάνω απ᾿ το καράβι μας ο γιος του Κρόνου ξάφνου 405
σύγνεφο μαύρο, που σκοτείνιασε το πέλαγο άκρη ως άκρη.
Πολληώρα ακόμα δεν αρμένιζε το πλοίο μας, κι ο πουνέντης
χύθηκε απάνω μας μουγκρίζοντας στη λυσσομάνητά του,
κι απ᾿ την ορμή του ανέμου εκόπηκαν τα δυο μπροστά τα ξάρτια,

και το κατάρτι, πίσω γέρνοντας, σωριάστη, και στο αμπάρι 410
πέφτουν πανιά, σκοινιά στ᾿ απόνερα; και το κατάρτι βρήκε,
στην πρύμνα ως έπεφτε, κατάκορφα τον τιμονιέρη, κι όλα
του θρεί της κεφαλής τα κόκαλα᾿ σα βουτηχτής εκείνος
απ᾿ την κουβέρτα πέφτει, κι αφήκε τα κόκαλα η ψυχή του.

Μαζί κι ο Δίας βροντάει και τ᾿ άρμενο χτυπάει με αστροπελέκι, 415
κι αυτό απ᾿ του Δία τ᾿ αστραποπέλεκο στρουφοτινάχτη ακέριο
και θειάφι εμύρισε, κι οι σύντροφοι μες στο νερό βρέθηκαν,
κι ίδια κουρούνες γύρω στ᾿ άρμενο το μαύρο παράδερναν
στο κύμα, μα ο θεός τους έκοψε του γυρισμού τη στράτα.

Εγώ μες στ᾿ άρμενο γυρόφερνα, μα κάποτε η φουρτούνα, 420
χτυπώντας, τα πλευρά του σκόρπισε, κι απόμεινε η καρίνα
γυμνή στο κύμα᾿ ξάφνου απάνω της και το κατάρτι πέφτει'
κι όπως η σκότα, από βοϊδόπετσο φτιαγμένη, του κρεμόταν,
πήρα τα δυο μαζί και τα 'δεσα, καρίνα και κατάρτι,

κι έκατσα πάνω κι αμολήθηκα στη λύσσα των ανέμων. 425
Ήρθε ώρα που ο πονέντης έκοψε την άγρια μάνητα του,
μα ασκώθη ευτύς ο νότος, βάσανα καινούργια φέρνοντας μου,
μπρος να περάσω από τη Χάρυβδη ξανά μαθές την άγρια.
Ολονυχτίς το κύμα μ᾿ έσερνε, κι εκεί που ο γήλιος σκούσε,

Σκύλλας και στης άγριας Χάρυβδης ξανάφτασα τους βράχους 430
κι ως το αρμυρό νερό της θάλασσας αναρουφούσε τούτη,
την αψηλή προφταίνω αγριοσυκιά ν᾿ ανασκωθώ ν᾿ αρπάξω,
κι ως νυχτερίδα εκείθε πιάστηκα᾿ κι ουδ᾿ είχα τα ποδάρια
που να πατήσω, για ανεβαίνοντας να βρω κλαρί να κάτσω

οι ρίζες χαμηλά απλωνόντουσαν και τα κλωνάρια άνοιγαν 435
μακριά, χοντρά κι αψηλοκρέμαστα, τη Χάρυβδη να ισκιώνουν.
Κείθε γερά κρατιόμουν άπαυτα, την ώρα λαχταρώντας
πού θα ξερνούσε το κατάρτι μου και την καρίνα — κι ήρθαν
αργά πολύ! Ποιάν ώρα ασκώνεται για δείπνο ο κρισολόγος,

στην αγορά πολλούς που εδίκασε και μοίρασε το δίκιο — 440
την ώρα αυτή τα ξύλα η Χάρυβδη στο φως να βγουν αφήκε.
Κι εγώ ψηλάθε ξαμολήθηκα με χέρια και με πόδια
κι έπεσα μέσα, στα στενόμακρα μαδέρια πλάι, με βρόντο,
κι έκατσα πάνω τους, και κίνησα να λάμνω με τα χέρια.

Τη Σκύλλα ωστόσο των αθάνατων καί των θνητών ο κύρης 445
δε μ᾿ αφήκε να ιδώ᾿ δε γλίτωνα μαθές του Χάρου τότε.
Μέρες εννιά θαλασσοδέρνομουν, στις δέκα, μες στη νύχτα,
στης Καλυψώς της ωριοπλέξουδης, της ανθρωπολαλούσας
θεάς, το ερημονήσι οι αθάνατοι, την Ωγυγία, με ρίξαν,

που μου 'δειξε όλη την αγάπη της — μα τι μιλώ για τούτα; 450
Χτες βράδυ ακόμα σου τα ιστόρησα μες στο παλάτι — εσένα
και της αρχόντισσας γυναίκας σου᾿ δε μου 'ρχεται καθόλου
αυτά που ειπώθηκαν ξεκάθαρα να τα ξαναιστορήσω.»


Αναδημοσίευση από τον ιστότοπο: http://users.uoa.gr

[...] Ο Οδυσσέας επανέλαβε στους συντρόφους την προειδοποίηση του Τειρεσία και της Κίρκης να μην πειράξουν τα βόδια του Ήλιου, αλλά οι άνεμοι ήταν ενάντιοι, οι προμήθειες τελείωσαν και οι άντρες άρχισαν να πεινούν. Τελικά έσφαξαν κι έφαγαν κάποιες από τις αγελάδες, την ώρα που ο Οδυσσέας κοιμόταν. Ο Ήλιος παραπονέθηκε στον Δία και αυτός, μόλις έφυγαν από το νησί, σήκωσε θύελλα τρομερή και χτύπησε με κεραυνό το πλοίο. Όλοι οι σύντροφοι του Οδυσσέα χάθηκαν και αυτός έφτασε ύστερα από εννιά μέρες, άθλιος ναυαγός, στην Ωγυγία, στο νησί της θεάς Καλυψώς.

Αναδημοσίευση από https://el.wikipedia.org